Μπάρα

Πέμπτη 12 Απριλίου 2018

Η μάχη της Καλλίπολης και η Ελλάδα


ΒΛΑΣΗΣ ΑΓΤΖΙΔΗΣ*
Η εκστρατεία της Καλλίπολης αποτέλεσε ένα από τα μείζονα γεγονότα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, εκτός των δύο «κύριων» μετώπων, του Δυτικού και του Ανατολικού.

Η βία που άσκησαν οι Νεότουρκοι κατά των ελληνικών πληθυσμών της Ανατολικής Θράκης και της Δυτικής Μικράς Ασίας, από τον Απρίλιο του 1914, ανάγκασε την ελληνική κυβέρνηση να απειλήσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία με νέο πόλεμο. Ο Ιωάννης Μεταξάς, ως υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, υπέβαλε Υπόμνημα προς τον Βενιζέλο, τον Μάιο του 1914, υποστηρίζοντας ότι έπρεπε να γίνει άμεση πολεμική ενέργεια με την κατάληψη της χερσονήσου της Καλλίπολης: «…να καταληφθεί η περιοχή αυτή της οποίας η κατοχή θα ήτο απειλή κατά της Κωνσταντινουπόλεως». Ο υπουργός Εξωτερικών Γ. Στρέιτ, σε εντολή προς τον Ελληνα πρεσβευτή στην Πόλη, έγραφε στις 19 Ιουνίου 1914: «Ενώπιον αφορήτου καταστάσεως, γενικού συστηματικού διωγμού ομογενούς στοιχείου, αγόμεθα μοιραίως εις σύρραξιν προς Τουρκίαν…». Στο σημαντικό αυτό έγγραφο αναφέρεται ότι η ελληνική κυβέρνηση γνώριζε τους νεοτουρκικούς σχεδιασμούς και ότι «…βεβαίας ούσης της προθέσεως προς εξόντωσιν του εν Τουρκία ελληνισμού».
Μείζων η στρατηγική σημασία της περιοχής
Η στρατηγική σημασία της χερσονήσου της Καλλίπολης ήταν γνωστή στα στρατιωτικά επιτελεία από παλιά. Το ενδεχόμενο επιχείρησης κατάληψης είχε απασχολήσει το Βρετανικό Υπουργείο Πολέμου το 1904 και το 1911. Τα παλιά σχέδια επανεξετάστηκαν το 1914 με την έναρξη του πολέμου και με πρωτοβουλία του Ουίνστον Τσόρτσιλ. Η έγκαιρη αδρανοποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, του «μαλακού υπογάστριου του Κάιζερ», θα δημιουργούσε νέα δεδομένα στα πολεμικά μέτωπα και θα απέτρεπε φιλικές προς τους Γερμανούς χώρες, όπως η Βουλγαρία, να εισέλθουν στον πόλεμο.

Στο σημείο αυτό φάνηκε η σύμπτωση των ελληνικών και βρετανικών απόψεων. Τον Αύγουστο του 1914, μπροστά στο ενδεχόμενο ενός πολέμου μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τη μια και της Ελλάδας με τη Μεγάλη Βρετανία από την άλλη, ο Τσόρτσιλ ανέλυσε στον Αγγλο ναύαρχο τη βρετανική στρατηγική, που θα έπρεπε να ακολουθηθεί: «...ο ελληνικός στρατός θα όφειλε χάρις εις τη ναυτικήν του υπεροπλίαν να καταλάβει την χερσόνησο της Καλλιπόλεως. Ούτω θα ηνοίγοντο τα Δαρδανέλλια, θα ηδύνατο ο αγγλο-ελληνικός στόλος να εισδύσει εις την θάλασσαν του Μαρμαρά, να καταναυμαχήσει και να βυθίσει τα τουρκο-γερμανικά πολεμικά...».

Με την προτεινόμενη αξιοποίηση του ελληνικού παράγοντα, οι Βρετανοί επεδίωξαν να αμφισβητήσουν υπογείως την πρόθεση των Ρώσων να καταλάβουν αυτοί την Κωνσταντινούπολη και τα Στενά.

Οι βρετανικές προθέσεις έγιναν άμεσα γνωστές στους Γερμανούς μέσω του φιλογερμανικού περιβάλλοντος της ελληνικής Μοναρχίας. Ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε κάθε ελληνική εμπλοκή, παρόλο που την προηγουμένη είχε υιοθετήσει τη φιλοβρετανική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης του Ελ. Βενιζέλου. Τον Ιανουάριο του 1915 ο Βενιζέλος επανέρχεται στις προτάσεις του προς τον μονάρχη για την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων. Στην πολιτική αυτή αντιτάχθηκε το Γενικό Επιτελείο Στρατού. Ο Ιωάννης Μεταξάς καταθέτει το δικό του υπόμνημα. Με αυτό υποστήριζε ότι θα νικήσουν οι Γερμανοί, θα ηττηθεί η Αντάντ και ότι δεν θα έπρεπε η Ελλάδα να διεκδικήσει τη δυτική Μικρά Ασία.
Διχασμένη η ελληνική ηγεσία
Η διαφαινόμενη έξοδος της Βουλγαρίας στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων επιτάχυνε τις προτάσεις για την επιχείρηση της Καλλίπολης, ώστε να τεθεί εκτός μάχης η Οθωμανική Αυτοκρατορία, να αποκτηθεί ευθεία σύνδεση με τη Ρωσία και να αποκοπεί η Γερμανία από τη Μέση Ανατολή και τις πλούσιες πρώτες ύλες που υπήρχαν εκεί. Το διπλωματικό παιχνίδι για την ελληνική πλευρά ήταν να μην επιτραπεί η τύχη της Πόλης να κριθεί μόνο από τη ρωσική βούληση. Η Αντάντ επιζήτησε την ελληνική συμμετοχή στην επιχείρηση. Ειδικότερα ζητήθηκε η ναυτική συνδρομή της Ελλάδας και η διάθεση στρατιωτικής δύναμης 15.000 ανδρών. Η Μεγάλη Βρετανία θεωρούσε ιδιαιτέρως αποτελεσματικό τον ελληνικό στόλο για την ευόδωση της επιχείρησης κατάληψης των Δαρδανελίων.

Η ελληνική απόφαση συμμετοχής στην επιχείρηση της Καλλίπολης θορύβησε τη Ρωσία, η οποία διεκδικούσε ως μεταπολεμικό λάφυρο την Πόλη και τα Στενά. Η πίεση της Ρωσίας προς τους Αγγλογάλλους εκφράστηκε με τη δήλωση ότι η Πόλη και τα Δαρδανέλια θα παραχωρηθούν στη Ρωσία.

Εκτός από τη ρωσική αντίδραση στο κοινό αυτό σχέδιο των Βενιζέλου και Κωνσταντίνου, σκληρή υπήρξε και η αντίδραση του Ι. Μεταξά, που χαρακτηρίστηκε «αντιπειθαρχική και στασιαστική» και εξέφρασε την ύστατη προσπάθεια του Επιτελείου να επιβάλει τη δική του πολιτική επί της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Κάποιοι εξ αυτών ζήτησαν να συνταχθεί η Ελλάδα στο πλευρό της Γερμανίας, επιτιθέμενη εναντίον της Σερβίας.

Η γερμανική παρέμβαση

Ενα επείγον τηλεγράφημα του Κάιζερ, γαμπρού του Ελληνα μονάρχη, με το οποίο του ζητούσε να ταχθεί με το μέρος της Γερμανίας και μια εντατικοποίηση των επαφών με τους υποστηρικτές της γερμανικής πολιτικής Στρέιτ, Δούσμανη και Μεταξά, ήταν αρκετά για να αλλάξουν και πάλι τη γνώμη του Κωνσταντίνου. Είναι χαρακτηριστικός ο διάλογος που έγινε στις 5 Μαρτίου του 1915 μεταξύ Κωνσταντίνου και Βενιζέλου για την εκστρατεία της Καλλίπολης:

Κωνσταντίνος: Δεν στέκει στρατιωτικώς η επιχείρησις, κ. πρωθυπουργέ. Εχω εδώ τους επιτελείς διά να σας αναπτύξουν εκ νέου το ζήτημα.

Βενιζέλος: Γνωρίζω τα επιχειρήματά των. Σας επαναλαμβάνω τούτο: Εάν σπεύσωμεν, τα Δαρδανέλια θα πέσουν. Και αποτυγχάνοντες, όμως, εξασφαλίζομεν την Βόρειον Ηπειρον, την Κύπρον και την Μικράν Ασίαν...

Κωνσταντίνος: Θεωρείτε τόσο εύκολον την πλήρη ήτταν της Γερμανίας;

Βενιζέλος: Δεν υποτιμώ τη γερμανικήν δύναμιν. Επανειλημμένως εν τούτοις σας εξέθεσα διατί τελικώς θα επικρατήσει η Αγγλία. Εις την Ανατολήν ιδίως θα επιβληθεί καθ’ όλην την γραμμήν. Η Γερμανία υποστηρίζει την
Τουρκία και εργάζεται διά λογαριασμόν της εις την Μικράν Ασίαν. Η Αγγλία θέλει τη συνεργασία και το μεγάλωμα της Ελλάδος. Μόνο διά της Αγγλίας θα κρατήσωμεν όσα έχομεν και θα επεκταθώμεν εκ νέου.

Κωνσταντίνος: Η Ρωσσία δεν μας αφήνει να πάμε εις την Πόλι.

Βενιζέλος: Δεν ημπορεί να μας εμποδίσει η Ρωσσία. Προσφέρομεν μικράν αλλά χρήσιμον δύναμιν εις στιγμήν αποφασιστικήν. Η Ρωσσία δεν διαθέτει προς το παρόν ούτε ένα σύνταγμα. Αυτό άλλωστε το απροπαράσκευον της τουρκικής αμύνης το ονομάζω ευκαιρίαν. Δεν ζητούμεν δε να γίνωμεν κύριοι της Κωνσταντινουπόλεως. Θα συντελέσωμεν προς κατάκτησιν και διεθνοποίησιν της πόλεως. Εις την Κωνσταντινούπολη Μεγαλειότατε θα πάμε από τη Μικρά Ασία...
Η απόλυτη απόκλιση των απόψεων του Βενιζέλου από αυτές του μονάρχη και η πλήρης ρήξη μεταξύ Στέμματος και κυβέρνησης ανάγκασε τον πρωθυπουργό να υποβάλει την παραίτηση, κάτι που έγινε αμέσως αποδεκτή.

Ο Διχασμός είχε ξεκινήσει.

Η τολμηρή εκστρατεία κατέληξε σε ήττα της Αντάντ
Η πολεμική περίοδος της άνοιξης του 1915 χαρακτηρίστηκε από τη μετατόπιση του κέντρου βάρους των πολεμικών επιχειρήσεων στο ρωσο-γερμανικό μέτωπο εξαιτίας της αποτυχίας του ρωσικού στρατού να καταλάβει την Ανατολική Πρωσία. Απέτυχε επίσης και η επίθεση του ρωσικού στρατού στα Καρπάθια. Η ρωσική αναποτελεσματικότητα θα μπορούσε να ξεπεραστεί μόνο με την απόκτηση ευθείας επαφής των αγγλο-γαλλικών στρατευμάτων με τα ρωσικά και την υλική ενίσχυση του ρωσικού στρατού, παράλληλα με την αδρανοποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η κατάληψη των Στενών φάνηκε ως ένα μέσο επίτευξης του στόχου αυτού.
Η επιχείρηση της Καλλίπολης ξεκίνησε στις 18 Μαρτίου 1915. Η πρώτη πολεμική επιχείρηση είχε γίνει στις 3 Νοεμβρίου 1914, όταν μια μικρή μοίρα του βρετανικού πολεμικού στόλου βομβάρδισε τις τουρκικές θέσεις. Στη συνέχεια, ο οθωμανικός στρατός υπό την καθοδήγηση των Γερμανών αξιωματικών ναρκοθέτησαν τη θάλασσα των Στενών και βελτίωσαν τα οχυρά χωρίς να ενοχληθούν από τους συμμάχους για πέντε ολόκληρους μήνες. Αυτό θεωρήθηκε το πρώτο λάθος κατά την προετοιμασία της επιχείρησης. Το πρωί της 25ης Απριλίου ξεκίνησε η αποβατική προσπάθεια. Μέχρι το μεσημέρι της επόμενης μέρας είχαν αποβιβαστεί περισσότεροι από 30.000 άνδρες, Βρετανοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί, Ινδοί, Γάλλοι και Σενεγαλέζοι.

Ο πόλεμος περί τη χερσόνησο της Καλλίπολης υπήρξε αμφίρροπος. Ανεξαρτήτως του τελικού αποτελέσματος, υπήρξαν στιγμές που η πλάστιγγα θα μπορούσε να κλίνει υπέρ των συμμαχικών στρατευμάτων. Τελικά, από τον Οκτώβριο του 1915 άρχισε η βαθμιαία μεταφορά των πρώτων μονάδων στη Θεσσαλονίκη. Εως τον Ιανουάριο του 1916, η χερσόνησος της Καλλίπολης εκκενώθηκε οριστικά από τα συμμαχικά στρατεύματα.

Οι συνέπειες για συμμάχους και Ελληνες
Σημαντικές ήταν οι συνέπειες από την αδυναμία των συμμάχων να καταλάβουν τα Στενά και την Κωνσταντινούπολη και να θέσουν εκτός του πολέμου τους Νεότουρκους. Τόσο στην εξέλιξη του πολέμου, όσο και στην ένταση της πολιτικής των Γενοκτονιών των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων. Η άρνηση της Ελλάδας να πάρει μέρος στη συμμαχική προσπάθεια είχε πολλαπλές επιπτώσεις στη θέση της στο μεταπολεμικό τοπίο.

Εξαιτίας της άρνησης, η Ιταλία κατάφερε να ενισχύσει τη θέση της για την απόκτηση των περιοχών Αϊδινίου και Σμύρνης, γεγονός που καθόρισε την ιταλική συμπεριφορά μετά τον Μάιο του 1919. Ο Ελληνας μονάρχης θα θεωρηθεί συνυπεύθυνος της συμμαχικής ήττας στα Δαρδανέλια και η επαναφορά του στον θρόνο μετά τις μοιραίες εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 θα οδηγήσει στη διάρρηξη του συμμαχικού μετώπου, στη βαθμιαία εγκατάλειψη της Ελλάδας την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας και την προσέγγιση προς τους Τούρκους εθνικιστές του Μουσταφά Κεμάλ.

Η νίκη των συμμάχων στην Καλλίπολη θα σήμαινε άμεσο τερματισμό της Γενοκτονίας των Αρμενίων, το σταμάτημα των διώξεων κατά των ελληνικών πληθυσμών της Ανατολικής Θράκης και της Ιωνίας, την αποφυγή της Γενοκτονίας στον Πόντο (1916), καθώς και μεταπολεμικά κέρδη ασυγκρίτως μεγαλύτερα από αυτά που έλαβε η Ελλάδα με την καθυστερημένη είσοδό της στον πόλεμο (Μάιος 1917), ενώ η κατευθείαν επαφή των συμμάχων με τα ρωσικά στρατεύματα θα απέτρεπε την εξάπλωση της οικονομικής και πολιτικής κρίσης στο εσωτερικό της Ρωσίας.

Η χερσόνησος της Καλλίπολης, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Θράκης, αποδόθηκε στην Ελλάδα με τη Συνθήκη των Σεβρών (Αύγουστος 1920) και αποτέλεσε τμήμα του ελληνικού κράτους. Ομως με τη Συνθήκη της Λωζάννης (Ιούλιος 1923) θα χαθεί οριστικά για την Ελλάδα, εντασσόμενη στο νέο τουρκικό έθνος-κράτος που δημιούργησε ο Μουσταφά Κεμάλ.


* Ο κ. Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός,

https://kars1918.wordpress.com/


.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου