Μπάρα

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2020

Φυλακή για τον ΝΙΚΗΤΑΡΑ τον ΤΟΥΡΚΟΦΑΓΟ

Οι φωτογραφίες ανήκουν στον φίλο μου Γιωργο Καρύδη από την Αίγινα, απόγονο αγωνιστών του 21 που μου έκανε τη τιμή να μου τις εμπιστευτεί και σας τις παρουσιάζω.
Η ``τρύπα`` που βλέπεται ήταν κάποτε μέσα στις φυλακές της Αίγινας και όσο κι αν σας εξοργίσει, η πραγματικότητα είναι πως χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή για τον ΝΙΚΗΤΑΡΑ τον ΤΟΥΡΚΟΦΑΓΟ.
Τον έκλεισε εκεί μεσά το το ψευτορωμέϊκο του Βαυαρού Όθωνα, κι έβαλε Βαυαρούς δεσμοφύλακες να τον φυλάνε και να τον φασανίζουν σε καθημερινή βάση μέχρι να τον καταστήσουν ανάπηρο κι ανίκανο ακόμα και να περπατήσει....:
Όντας στο κόμμα των Ναπαίων (Ρωσόφιλων) το1839 συνελήφθη με την άδικη κατηγορία της συνομωσίας σαν μέλος της «Φιλορθόδοξης Εταιρείας» που στρεφόταν εναντίον του Όθωνα.
Τον εμφάνισαν μάλιστα ως στρατιωτικό αρχηγό της οργάνωσης αυτής, που είχε στόχους την απελευθέρωση των υπόδουλων περιοχών και την στήριξη της ορθόδοξης πίστης.
Φυλακίστηκε στο Παλαμήδι και στις 11 Ιουλίου 1840 δικάστηκε, αλλά λόγω έλλειψης στοιχείων αθωώθηκε.
Όμως η αθωωτική απόφαση προκάλεσε την οργή της κυβέρνησης η οποία με την προσυπογραφή του Όθωνα τον φυλάκισε στην Αίγινα.
Από τότε άρχισε το μαρτύριό του.
Κάθε μέρα οι Βαυαροί τον έβγαζαν στο δρόμο και τον χτυπούσαν με μπαστούνια και τον περιγελούσαν μπρος στα μάτια των Ελλήνων που έρχονταν να δουν τον ήρωα τους.
Ανάμεσα στους θεατές ήταν και η δεύτερη κόρη του η οποία δεν άντεξε να βλέπει τον πατέρα της σε αυτή την κατάσταση και τρελάθηκε, ενώ αυτός αρρώστησε με ζάχαρο το οποίο του κατέστρεψε την όραση.
Λόγω των ταλαιπωριών και φυλακίσεων η υγεία του είχε κλονισθεί σοβαρά. Σε μια δίκη του είχε προσαχθεί καθιστός από αδυναμία.
Τελικά στις 18 Σεπτεμβρίου 1841, δια προσωπικής παρέμβασης του στρατηγού Μακρυγιάννη, αμνηστεύτηκε και αποφυλακίστηκε σχεδόν τυφλός.
Ασθενής και ταλαιπωρημένος έφτασε στο σπίτι του στο Άργος, .
Μολονότι δεν είχε καμιά σχέση με τον τόπο αυτό, δέθηκε μαζί του.
Εξ᾽ άλλου ένα αγρόκτημα στην θέση Σερεμέτι, κοντά στα όρια του Άργους προς το Ναύπλιο και την Νέα Κίο, που τότε βέβαια δεν είχε ακόμη δημιουργηθεί, ήταν όλη του η περιουσία, αν και όπως αναφέρεται στους «Μύλους της Αργολίδας» του Γιώργου Αντωνίου, ο οποίος επικαλείται κείμενο του Θεόδωρου Δ. Γιαννακόπουλου στα «Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΙΙ 1998, στο οποίο αναφέρεται ότι « …ο Νικηταράς είχε τρεις υδρόμυλους στο Κεφαλάρι Άργους (σύμφωνα με την διαθήκη της συζύγου του Αγγελικής, 197/1863 του συμβολαιογράφου Ναυπλίας Ι. Σαριγιάννη).
Στο Σερεμέτι πάντως ακούμπησε τις ελπίδες του για επιβίωση δική του και της οικογένειας του.
Εκεί ο ηρωικός στρατηγός πότισε με τον ιδρώτα του την βαλτώδη γη και την μετέτρεψε σε γόνιμη και καλλιεργήσιμη.
Τελικά πήρε την οικογένειά του και ήρθε στον Πειραιά, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Στα χρόνια αυτά ευτύχησε να τύχει κάποιας αναγνώρισης…
Μετά την Επανάσταση του 1843 ονομάστηκε υποστράτηγος, ενώ μετά την συνταγματική εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1847 διορίστηκε γερουσιαστής, μέλος της Γερουσίας……….. θέση που του απέφερε μια πενιχρή σύνταξη τον μοναδικό πόρο της ζωής του.
Τότε υπαγόρευσε τα απομνημονεύματά του στους Τερτσέτη και Σούτσο.
Η αρμόδια αρχή που χορηγούσε τις θέσεις στους επαίτες, είχε ορίσει για τον ήρωα – επαίτη μια θέση κοντά στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα η εκκλησία της Ευαγγελίστριας και του επέτρεπε να επαιτεί κάθε Παρασκευή!!!
Τότε δεν υπήρχε ούτε η εκκλησία (χτίστηκε το 1892) ούτε το Γηροκομείο (χτίστηκε το 1891) και είναι απορίας άξιο ποιοι περνούσαν από εκεί, από τους οποίους ζητιάνευε, αφού ο Πειραιάς δεν είχε αναπτυχθεί.
Με αυτήν την πενιχρή σύνταξη έζησε λίγα ακόμη χρόνια και πέθανε τελικά στις 25 Σεπτεμβρίου 1849 σε ηλικία 67 ετών στον Πειραιά…………τυφλός, πάμπτωχος και επαίτης.
Ετάφη δίπλα στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη – όπως ήταν η επιθυμία του – στο Α’ Κοιμητήριο Αθηνών.
Τον επικήδειο εκφώνησε ο Νεόφυτος Βάμβας, τον δε επιτάφιο ο Παναγιώτης Σούτσος.

Χαρακτηριστικό της της υπερηφάνειας του ήρωα αποτελεί και το παρακάτω περιστατικό:

Η ένδεια του Νικηταρά έγινε γνωστή στην Ρωσική πρεσβεία και κάποια στιγμή απεσταλμένος της πήγε στην θέση που ζητιάνευε ο στρατηγός.
Μόλις αντελήφθη ο Νικηταράς ποιος ήταν μάζεψε αμέσως το απλωμένο του χέρι και σύμφωνα με τα θρυλούμενα ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος:
– Τι κάνετε στρατηγέ μου; Ρώτησε ο απεσταλμένος.
– Απολαμβάνω την ελεύθερη πατρίδα! Απήντησε περήφανα ο ήρωας.
– Μα εδώ την απολαμβάνετε καθισμένος στο δρόμο;
– Η πατρίδα μου έχει χορηγήσει σύνταξη για να ζω καλά, αλλά εγώ έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πώς περνάει ο κόσμος……αντέτεινε ο περήφανος Νικηταράς.
– Αντιλαμβανόμενος ο ξένος ότι ο στρατηγός δεν πρόκειται να εκμυστηρευθεί την κατάστασή του, γύρισε να φύγει χαιρετώντας ευγενικά.
Φεύγοντας όμως, άφησε να του πέσει ένα πουγκί με χρυσές λίρες ώστε να μην προσβάλει τον πάμπτωχο στρατηγό.
Ο Νικηταράς άκουσε τον ήχο, έπιασε το πουγκί το ψηλάφισε και φώναξε στον ξένο.
«Σου έπεσε το πουγκί σου.
Πάρτο για να μην το βρει κανείς και το χάσεις»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου